Με αφορμή τη σημερινή, παγκόσμια ημέρα των ηλικιωμένων, αναδημοσιεύω ορισμένα αποσπάσματα από το βιβλίο μου: «ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΒΟΡΡΑ, μεγάλωσες στον Νότο»,
ελπίζοντας να θυμηθούμε ότι οι ηλικιωμένοι αποτελούν τη ζωντανή ρίζα που μας συνδέει με το οικογενειακό και ιστορικοκοινωνικό μας παρελθόν, οδηγώντας μας, εν τέλει, στη γεφύρωση του διαγενεακού χάσματος, αλλά και βαθύτερα στην ατομική μας επίγνωση:
…«Είχα πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με τα ηλικιωμένα μέλη της οικογένειάς μου και του φιλικού μου περιβάλλοντος, από τότε που ήμουν ακόμα παιδί.
Πολλές φορές αναπολώ τη γιαγιά μου…την αγάπη που μου έδωσε μέσα από τη φροντίδα της, την αγάπη που της είχα, την τόσο ζεστή μας σχέση… ήταν πάντα εκεί για εμένα με τον δικό της τρόπο. Όμως, θυμάμαι, μου έλεγε ιστορίες προγόνων, αφηγήσεις για την καθημερινή ζωή, το μεγάλωμα των παιδιών της και για την απώλειά τους ακόμα (μιας και τότε ήταν συνηθισμένο φαινόμενο να «αποχαιρετούν» οι γονείς τα παιδιά λόγω της πείνας και της αρρώστιας), και αυτό με συνέδεε με τις ρίζες μου…
Ήμουν οκτώ χρόνων όταν, ύστερα από ένα ατύχημα μέσα στο σπίτι, πέθανε η γιαγιά μου… Τις τελευταίες της στιγμές, όταν ξεκουραζόταν από τις τόσες ταλαιπωρίες της ζωής…, θυμάμαι πως δίπλα της ήταν όλοι εκείνοι που την αγαπούσαν… και η παρουσία των αγαπημένων της ήταν προφανές ότι την ανακούφιζε κι ας καταλάβαινε ότι έφευγε».
……………….
« − Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς, μαμά;
Μια άτεγκτη, ιδρυματοποιημένη, κοινωνία καταλήγει να τους κλείνει στα γηροκομεία «για να ησυχάσει» από εκείνους. Οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζονται ως ανώφελοι, άχρηστοι και αχρείαστοι, ως βάρος στους αδιάφορους και απασχολημένους συγγενείς τους. Κατανοώ ότι άλλοτε ένα γηροκομείο είναι λύση ανάγκης, λόγω των σύγχρονων, δύσκολων συνθηκών της ζωής, είτε γιατί η συγκατοίκηση δεν είναι εφικτή…, είτε γιατί αποτελεί μια επιλογή χωρίς συναίσθημα.
Όμως εμένα μου λείπει η γιαγιά μου… Το χάδι της, το γέλιο της όταν ξεχνούσε τις πίκρες της, τα παραμύθια της κοντά στη σόμπα, η γνώριμη μυρωδιά της…
Πόσες ιστορίες του παρελθόντος έχω ακούσει από εκείνη! Ήταν το νήμα που έγνεθε και με συνέδεε με την παράδοση…
Πόσο, όμως, πρέπει να λείπει σε εσένα η γιαγιά, μαμά, πόσο πονάς, αλήθεια…
− Και εγώ θα ήθελα να ήταν η μανούλα μου εδώ, όμως την κουβαλάω μέσα μου κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή. Μου δίνει δύναμη να συνεχίσω, με τη φροντίδα και τη σοφία που μου έδωσε όσο ζούσε. Ευτυχώς, είχα την τύχη να έχω μια ουσιαστική και βαθιά σχέση με κάποιους λίγους από τους μεγαλύτερους της οικογένειάς μου, και κυρίως με εκείνη, παρά τα σοβαρά ελλείμματα. Έτσι κερδίσαμε κι οι δυο πολλά».
……………….
«Όταν ήμουν μικρή, αγαπούσα ιδιαίτερα τη συντροφιά των ηλικιωμένων γυναικών, και για αυτό την αποζητούσα. Το ρυτιδιασμένο βλέμμα τους με βοηθούσε να φωτίζω κάποια από τα σκοτάδια μου, να αντλώ έμπνευση, και να κάνω σχέδια, έχοντας ως πυξίδα, στις μελλοντικές μου περιπλανήσεις την εμπειρία τους. Τα ζαρωμένα χέρια τους σήμαιναν για εμένα σιγουριά και τρυφερότητα. Σε αυτό το αντάμωμα, το κύριο συναίσθημα ήταν, προπάντων, η συμπόνια που δινόταν απλόχερα και από τις δύο πλευρές…
Κατά τις απογευματινές επισκέψεις μου, μετά το σχόλασμα, στις αγαπημένες μου «θείες», μετά το κέρασμα και το καλωσόρισμα, έψαχνα με αδηφάγα περιέργεια, αλλά και νοσταλγία, μέσα στους μπουφέδες και στις σιφονιέρες τους, φωτογραφίες, πορσελάνες και αναμνηστικά που με συνέδεαν με το παρελθόν αυτών των γυναικών… Διότι έψαχνα και στο παρελθόν να βρω ό,τι μου έλειπε στο παρόν… Όλα αυτά τα ενθύμια, λοιπόν, έγιναν ένα νοερό πανωφόρι που με ζεσταίνει όταν κρυώνω, και με παρηγορεί.
Μέχρι και σήμερα φυλάω τα κειμήλια που μου χάρισαν αυτές οι αγαπημένες γυναίκες των παιδικών μου χρόνων, ως ανταπόδοση της συντροφιάς που τους προσέφερα».
……………….
Όσο για τις ευθύνες κάθε προηγούμενης γενιάς που συχνά ξεσηκώνουν τις αντιδράσεις των νέων, ας μη ξεχνάμε πως:
«Όλοι είμαστε θύματα θυμάτων! Κάθε ηλικιωμένος, …όποιος και αν είναι, όποια κι αν είναι η πορεία του, είναι η συμπυκνωμένη σοφία μιας ολόκληρης ζωής γεμάτης παθήματα, μαθήματα, γεμάτης νίκες και ήττες, γεμάτης πάθος και πληγές, γεμάτης ιστορίες, γεμάτης μνήμη».
Μπορεί: «Η νεότητα» να «προβάλλεται με κάθε τρόπο ως το ύψιστο αγαθό που πρέπει να αποκτηθεί πάση θυσία… Κι όμως, κάθε ηλικιωμένος που φεύγει είναι στ’ αλήθεια σημαντική απώλεια, καθώς μαζί του χάνεται άκαιρα και αναξιοποίητα ένα κομμάτι που συνέθεσε το παζλ του πολιτισμού μας. Η απώλειά του είναι πλήγμα, ακόμα και για την κοινωνία που δεν του έδωσε σημασία, ως ώφειλε, και δεν τον/τη θυμάται πια. Δυστυχώς, αυτή η κοινωνία, όσον αφορά τους περισσότερους, αγνοεί αυτή την πανάρχαια αλήθεια».
Ας τους θυμηθούμε, λοιπόν, ας τους χαρούμε και ας τους τιμήσουμε, όλοι, όσο είναι ακόμα εδώ, μαζί μας, μια ζωντανή απόδειξη ιστορίας, έγνοιας, αλλά και αγάπης!
Μέσα από την αλληλεγγύη και τη συμπόρευση κερδίζουν άπαντες.
Όταν φροντιστούν τα μέλη της μέσα από τη συλλογικότητα, ολόκληρη η κοινωνία ευημερεί, εξελίσσεται και, εν τέλει, προοδεύει!
Το βιβλίο μου, «Γεννήθηκα στον Βορρά, μεγάλωσες στον Νότο», είναι διαθέσιμο στα κεντρικά βιβλιοπωλεία κάθε πόλης: «Public», «IANOS», «Πολιτεία» κ.α. ή κατόπιν παραγγελίας σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο
Παράλληλα, είναι διαθέσιμο προς ηλεκτρονική παραγγελία, μέσα από την ιστοσελίδα των εκδόσεων «Πεδίο – Ελληνικά Γράμματα», στον παρακάτω συνδέσμο (link):
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΒΟΡΡΑ, μεγάλωσες στον Νότο:
Βρείτε το πατώντας, εδώ!
Ελισάβετ Μπαρμπαλιού,
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια,
Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP),
Θεραπεύτρια Guided Imagery and Music (GIM),
Επιστημονική Υπεύθυνη του
Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.)


