Μέρα αφιερωμένη στον έρωτα η σημερινή και, εστιασμένη στο βιβλίο που γράφω για τις ερωτικές – συντροφικές σχέσεις, ο νους μου ταξιδεύει συχνά, σαν το πουλί, στις διαφορετικές όψεις του έρωτα, της αγάπης και της σύνδεσης, όπως αναδύονται μέσα από ιστορίες ανθρώπων που τις μοιράζονται μαζί μου στο πλαίσιο των θεραπευτικών μας συνεδριών. Ιστορίες καθημερινές, αγάπης, απογοητεύσεων, προδοσίας και προσδοκιών.

Ιστορίες, μέσα από τις οποίες αφουγκράζομαι ανθρώπους να ερωτεύονται, να ελπίζουν, να ονειρεύονται μα και να χάνονται στην ανεξερεύνητη άβυσσο των παρεξηγήσεων που ο φτερωτός θεός, καθώς τους τυφλώνει, δεν τους επιτρέπει να την αποφύγουν.

Μια από αυτές τις ξεχωριστές αφηγήσεις έφερα, και τώρα, στον νου μου, εκείνη του Κλεάνθη και της Ρόζας, που πρόσφατα κατέθεσε, με συγκλονιστικό τρόπο, στη θεραπευτική του ομάδα, ο γιος τους, ο Παύλος.

Συναντάμε λοιπόν τον Κλεάνθη, λίγες μέρες πριν, συνεπή στην καθιερωμένη του συνήθεια, καθισμένο στη δική του γωνιά, να πίνει τον πρωινό του καφέ, στο αγαπημένο του στέκι. Καθόταν έξω, όπως πάντα, και κάπνιζε το πουράκι του, σκυθρωπός και κάπως μαραζωμένος…

Χαμένος μέσα στις σκέψεις του, ανόρεκτα προσπαθούσε να φάει ένα κομμάτι κέικ, από αυτά που σερβίρουν μαζί με τον καφέ, αλλά μια και δεν κατέβαινε μπουκιά το άφησε, σπρώχνοντάς το αργά στην άκρη του τραπεζιού.

Ξάφνου, ένας φτερωτός επισκέπτης έκανε την εμφάνισή του, μέσα στο χειμωνιάτικο, μελαγχολικό πρωινό. Πηδολόγησε στο τραπέζι, έκανε μερικές βόλτες και άρχισε να τσιμπολογά λαίμαργα το παρατημένο κέικ. Εκείνος σαστισμένος του το παραχώρησε,με τρυφερότητα και συμπόνια.

Η εικόνα του πουλιού γνώριμη. Το σταχτοκαφέ του φτέρωμα έσπαγε απότομα από τις «ζεστές, πορτοκαλοκόκκινες πινελιές» στον παχουλό λαιμό του. Ήταν ο «μικρός βασιλιάς» των πουλιών. Το «αηδόνι του χειμώνα». Το αγαπημένο πουλί της γυναίκας του, της Ρόζας, που πλέον, μετά τον θάνατό της, είχε συνειδητοποιήσει ο Κλεάνθης πόσο πολύ τελικά την αγαπούσε. Συγκινημένος από το συμβάν που του ξύπνησε αναμνήσεις, άφησε δάκρυα να κυλήσουν απ’ τα μάτια του.

Πέρασε, βλέπετε, ήδη ένας χρόνος από τότε που η Ρόζα, ένα ξημέρωμα του Γενάρη, αποσυρμένη, είχε φύγει ήσυχα από τη ζωή. Τελευταία, όλο και περισσότερο του έλειπε. Τη συλλογιζόταν σταθερά, ενώ ανελλιπώς επισκεπτόταν το μνήμα της και έκλαιγε για τα χρόνια που πήγαν χαμένα.

Η συντροφική τους ζωή είχε περάσει, μέσα στα χρόνια που έμειναν μαζί, από χίλια μύρια κύματα. Μεγαλωμένοι και οι δυο σε ένα αυστηρό, απαιτητικό και σκληρό περιβάλλον, παρέλειπαν να δείχνουν τα συναισθήματά τους ο ένας στον άλλον και κρύβονταν από αυτά. Μάλιστα, για να καλύψουν το κενό αλλά και για να ζήσουν, μέσα σε ένα κοινωνικά ασφαλές και αναγνωρισμένο πλαίσιο, ελευθερίες που πρωτύτερα δεν είχαν την ευκαιρία, επέλεξαν ένα ιδιαίτερο «σύμφωνο γάμου» που θα τους έδινε τη δυνατότητα αυτή.

Μία συνθήκη που είχε πολλές φορές ζορίσει τα παιδιά του ζευγαριού και ιδιαίτερα τον Παύλο, δημιουργώντας του εμπόδια και αδιέξοδα στις διαπροσωπικές του σχέσεις που έψαχναν τον δρόμο της λύτρωσης. Κατατρεγμένος, συνεπώς, ο Παύλος από το φάντασμα της σύνδεσης των γονιών του, φοβόταν μήπως δεν στεριώσει πουθενά, αφού δεν είχε πού να καθρεφτίσει μια ξεκάθαρη εικόνα για τη συντροφική αγάπη.

Φαίνεται όμως πως η αγάπη, που μπορεί να άργησε μια ζωή, ήταν πάντα εκεί, χαμένη μέσα στα χαλάσματα και στα φαντάσματα του παρελθόντος, στους ρυθμούς και στις έγνοιες της καθημερινότητας, πληγωμένη από τα ατομικά ελλείμματα και θαμμένη κάτω από το μεγάλο, λουλουδάτο χαλί του σαλονιού του σπιτιού τους. Και κάπως έτσι ο κοκκινολαίμης την ξύπνησε για τα καλά και έγινε το σύμβολο αλλά και το φυτίλι που πυροδότησε τα θαμμένα συναισθήματα, παρέχοντας στην οικογένεια, μια ειλικρινή ευκαιρία σύνδεσης.

Ο Κλεάνθης αργότερα, με μεγάλη συγκίνηση, διηγήθηκε στα παιδιά του την ιστορία αυτή. Μοιράστηκε τα συναισθήματα που του γέννησε η απρόσμενη αυτή συνάντηση και εξομολογήθηκε ανοιχτά στα παιδιά του το πόσο πολύ του λείπει η μητέρα τους.

Μοιάζει συνεπώς αυτό το φτερούγισμα του κοκκινολαίμη να έδωσε, μέσα από τη διήγηση του πατέρα, την ευκαιρία στον γιο, να νιώσει ότι τελικά οι γονείς του αγαπήθηκαν και να διαπιστώσει πως, παρά τις δυσκολίες, η σύνδεση των γονιών του, ακόμα και αν δεν την αντιλαμβάνονταν ούτε και οι ίδιοι, ήταν τελικά πάντοτε εκεί, έστω κι αν ήταν παρατημένη και ατροφική.

Δυο μέρες μετά, πρωί της Κυριακής, ένας κοκκινολαίμης επισκέφτηκε και τον Παύλο που καθόταν με τη σύντροφό του στον κήπο του σπιτιού του. Αγνόησε επιδεικτικά την πιθανή απειλή του σκύλου που καθόταν δίπλα τους και άρχισε να κόβει βόλτες για αρκετά λεπτά γύρω από τον Παύλο. «Καλώς ήρθες, Μαμά», είπε εκείνος αυθόρμητα, ωθούμενος από τη ζεστασιά των συνειρμών.

Αργότερα, μοιράστηκε με τον πατέρα του τη δική του εμπειρία και μίλησαν, με νοσταλγία, για την αγαπημένη τους Ρόζα, για τη Γυναίκα, για τη Μάνα, για τη Σύντροφο.

Αυτές οι συζητήσεις και η συνειδητοποίηση της αγάπης των γονιών που ταξίδεψε πλεγμένη μέσα στα φτερά του κοκκινολαίμη, επανέφεραν, σαν διορθωτική εμπειρία, στον Παύλο την έννοια της ασφαλούς συναισθηματικής βάσης, η οποία μπορεί να γίνει το κλειδί που θα ανοίξει το δικό του συναισθηματικό κλουβί, ώστε να πετάξει ελεύθερος προς τη συντροφική αρμονία και τη σύνδεση.

Ελεύθερος σαν τον κοκκινολαίμη…


Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια,
Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP),
Θεραπεύτρια Guided Imagery and Music (GIM),
Επιστημονική Υπεύθυνη του
Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.)