Το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών δεν αντλεί ικανοποίηση από την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ο φόβος της αποτυχίας είναι τεράστιος και απειλητικός. Ο έφηβος πορεύεται μόνος, παλεύοντας με το πέλαγος των ερωτηματικών, χωρίς φροντίδα και καθοδήγηση…


Η τραγωδία της Ηλιούπολης, με τα δύο δεκαεπτάχρονα κορίτσια να πέφτουν από τον 6ο όροφο στο κενό της ανυπαρξίας, μας φέρνει εκκωφαντικά αντιμέτωπους, για άλλη μια φορά τα τελευταία χρόνια, με τα δομικά και εσωτερικά, διαχρονικά κενά μας.

Το διαγενειακό σώμα αυτού του τόπου, άλλωστε, είναι, μέσα στους αιώνες της ύπαρξής του, γεμάτο από πληγές και τραύματα. Πόλεμοι, φτώχεια, ξεριζωμοί, διωγμοί και κρίσεις συνθέτουν ένα τοπίο οδύνης, που ώθησε έναν λαό να αναζητά δρόμους για τη δική του θέση στον ήλιο.

Μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα, δύο φάνταζαν, για δεκαετίες, τα πρόσφορα συγγενικά μονοπάτια για να καλυφθούν και να υπεραναπληρωθούν όλα αυτά τα ανείπωτα κενά και ελλείμματα: η εργασιακή επιτυχία, που έμοιαζε να προεξοφλεί καλύτερες μέρες, και το «μάθε παιδί μου γράμματα», «γίνε ο πρώτος», που άνοιγε τον δρόμο προς αυτές.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η έννοια της αριστείας, βαθιά ριζωμένη μέσα μας από εκείνο το «αἰέν ἀριστεύειν», κουβαλώντας μηνύματα αιώνων, υπόσχεται ταυτόχρονα την επαναφορά στο ένδοξο παρελθόν μας, μακριά από τον πόνο της σύγχρονης αφάνειας. Ετσι, «στρατιές» γονέων, –που και εκείνοι, υπερ-απασχολημένοι, θυσιάζονται για τον ίδιο σκοπό στην εργασιακή αρένα– παροτρύνουν καθημερινά και, συχνά ασυνείδητα, πιέζουν αφόρητα τα παιδιά τους για την επίδοση στο σύστημα της πανελλήνιας αξιολόγησης.

Ένα σύστημα που είτε θα σου ανοίξει διάπλατα είτε θα σου κλείσει με κρότο την πόρτα προς το μέλλον, και μια εκπαίδευση όπου επικρατούν αδιαμφισβήτητα η βαθμοθηρία, η παπαγαλία και ο διαχωρισμός των καλών και των κακών μαθητών, καλλιεργώντας, όπως συνομολογούν οι εκπαιδευτικοί, την «ψύχωση του καλού βαθμού».  

Ο μονοδιάστατος, κατ’ επέκταση, χαρακτήρας που απέκτησε το σχολείο παρέχοντας αναφομοίωτες γνώσεις και σχηματίζοντας δαιδαλώδεις λαβυρίνθους που διαπερνούν σχολικές και φροντιστηριακές αίθουσες, οδήγησε σταδιακά την παιδεία, αλλά και τα ίδια τα παιδιά, σε αδιέξοδο. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών δεν αντλεί ικανοποίηση από την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ο φόβος της αποτυχίας και της κατάληξης σε «μια δουλειά που δεν θα… δίνει λεφτά», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο σημείωμα που άφησε πίσω της η μία από τις δύο νεαρές κοπέλες, είναι τεράστιος και απειλητικός.  

Οι έφηβοι πορεύονται μόνοι

Όλα αυτά μέσα σε μια εφηβεία στην οποία ούτως ή άλλως αναδύονται τα φλέγοντα ερωτήματα των νέων στο ίδιο κοινωνικό πλαίσιο, που αφορούν, πέραν από τη σταδιοδρομία και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, τον συναισθηματικό τους κόσμο, την ταυτότητα και τη σεξουαλικότητά τους. Συχνότατα, στα ερωτήματα αυτά, ούτε οι ανεπαρκείς σχολικές και κοινωνικές δομές, ούτε όμως και οι γονείς, που εντοπίζονται πλήρως απορροφημένοι με την κάλυψη των αναρίθμητων υποχρεώσεών τους –μην προλαβαίνοντας να είναι βαθιά, συναισθηματικά παρόντες στη ζωή τους–, κατορθώνουν να απαντήσουν.  

Ο έφηβος πορεύεται, συνεπώς, μόνος του, παλεύοντας με το πέλαγος των ερωτηματικών, χωρίς φροντίδα και καθοδήγηση.

Το παραπάνω περιγραφόμενο τραυματικό πλέγμα ελλειμμάτων, φόβου, ανεπαρκειών και συναισθηματικής απουσίας δημιουργεί τον σύγχρονο διώκτη που οδηγεί τη νεότητα, από τη μία στη βία, στην παραβατικότητα και στις ουσίες, και από την άλλη σε έναν νέο, υπαρξιακό Ζάλογγο, με συνοδεία τη μουσική από την απομόνωση των ακουστικών της, όπως τραγικά αποκαλύπτεται και στο συγκεκριμένο περιστατικό.  

Θλιβερά τα φαινόμενα αυτά των ημερών μας, τα οποία όμως θα πρέπει να μην τα προσπεράσουμε και να μην τα αξιολογήσουμε αποσπασματικά χαρακτηρίζοντάς τα «μεμονωμένα περιστατικά», αλλά να τα αφουγκραστούμε με θάρρος και τόλμη, καθώς στην ουσία αποτελούν τα συνεχιζόμενα, αγωνιώδη χτυπήματα των νέων στην πόρτα μας. Κρούσματα που αντηχούν ένα ξεκάθαρο «με εμάς θα ασχοληθεί ποτέ κανείς;».  

Τα παιδιά μας, τρία χρόνια μετά τα Τέμπη και το «Δεν έχω οξυγόνο!», έρχονται, σε μια συνεχιζόμενη διαμαρτυρία της νεότητας που ασφυκτιά, να μας φωνάξουν: «Μαμά και μπαμπά… είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης… φοβάμαι… δεν με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό… δεν θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα»·  και όλοι εμείς, ως γονείς, ειδικοί και εκπαιδευτικοί, ως Πολιτεία συλλήβδην, έχουμε τεράστια ευθύνη να εντοπίσουμε και να αποκωδικοποιήσουμε το μήνυμά τους.  

Τι να κάνουμε για έναν καλύτερο κόσμο

Απαιτούνται, συνεπώς, δράσεις και μέτρα προκειμένου να οικοδομήσουμε, στη δική μας πραγματικότητα, αυτόν τον καλύτερο κόσμο που αναζητούν. Αναγκαιότητα, επομένως, αποτελεί ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός των πολιτικοκοινωνικών, αλλά και των οικογενειακών δομών και σχέσεων.  

Αρχικά, η Πολιτεία, ως ο μεγάλος γονέας, χρειάζεται να μεριμνήσει για τον αναπροσανατολισμό της εκπαίδευσης προς ένα ανθρωποκεντρικό σύστημα που θα υποστηρίζει τους μαθητές και τους δασκάλους. Ένα πλαίσιο ουσιαστικής, μη ανταγωνιστικής αριστείας, που θα χαρακτηρίζεται από την καλλιέργεια του πνεύματος και της προσωπικότητας του μαθητή, ενώ θα στοχεύει, όχι μόνο στη διανοητική του ενδυνάμωση και στην επαγγελματική του αποκατάσταση, αλλά ταυτόχρονα στην καλλιέργεια των εσωτερικών του κλίσεων, στην ενίσχυση της συναισθηματικής του νοημοσύνης και, μέσα από τα παθήματα και τα μαθήματα του παρελθόντος, εντός ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος, στην ανάκτηση της ελπίδας και στην ενίσχυση της ψυχικής του ανθεκτικότητας.  

Την ίδια στιγμή απαιτείται συλλογικά να επανεξετάσουμε τις προσδοκίες, τις προτεραιότητες και τις αξίες μας. Να αντιληφθούμε ότι η συσσώρευση της ύλης δεν είναι η λύση, αλλά πολλές φορές η ίδια η πανοπλία που καλύπτει και κρύβει το ανοιχτό μας τραύμα, αφήνοντάς το από κάτω να εξελίσσεται και να επεκτείνεται.  

Είναι καίριο, επομένως, ως μεγαλύτεροι, να αναλάβουμε τον ρόλο μας και να σταθούμε ενεργά δίπλα στη νέα γενιά, επισημαίνοντάς της νέους, πιο λειτουργικούς δρόμους και νοήματα. Να της δείξουμε, δηλαδή, με το παράδειγμά μας μια άλλη κατεύθυνση, συναισθηματικού ανοίγματος, μοιράσματος και θετικού σχετίζεσθαι.  

Σε αυτόν τον δρόμο, η ψυχοθεραπευτική βοήθεια μπορεί να σταθεί ως ξεκάθαρος σύμμαχος, αφαιρώντας αχρείαστα βάρη και πανοπλίες. Ένας αρωγός που μετασχηματίζοντας, με άλλα λόγια, δυσλειτουργικούς προγραμματισμούς, πεποιθήσεις και στερεότυπα, μπορεί να φανερώσει καινούργιες πόρτες στα πρότερα αδιέξοδα.  

Μια τέτοια συντονισμένη δράση εσωτερικής και κοινωνικής αφύπνισης είναι ικανή, τελικά, να σχηματίσει τα θεμέλια πάνω στα οποία θα εδραστεί μια Κοινωνία Διορθωτικών Εμπειριών. Ένα νέο κοινωνικό πρότυπο πραγματικής ευημερίας και προόδου, το οποίο όλοι έχουμε ανάγκη.  

Δημοσιεύτηκε στο Διαδικτυακό Περιοδικό Επικαιρότητας: Protagon


Ελισάβετ Μπαρμπαλιού,
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια,
Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP),
Θεραπεύτρια Guided Imagery and Music (GIM),
Επιστημονική Υπεύθυνη του
Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.)