οι έγκλειστες μητέρες και το τραύμα του αποχωρισμού από τα παιδιά τους

Ελισάβετ Μπαρμπαλιού
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Εναρμονιζόμενη με όσα συμβαίνουν στην ελληνική πραγματικότητα και με αφορμή τη δημοσίευση του νόμου για την κατάργηση των φυλακών τύπου Γ, στο παρόν άρθρο θα προσεγγίσω το ευαίσθητο θέμα του εγκλεισμού εστιάζοντας στις φυλακισμένες μητέρες, μία ευάλωτη ομάδα με πολλές ιδιαιτερότητες για την οποία η πολιτεία χρειάζεται να κάνει πολλά.

Η φυλακή τόπος τιμωρίας, απομόνωσης και μεγάλου πόνου για όλους τους έγκλειστους, «σωφρονίζει» με τους γραπτούς και άγραφους νόμους της όσους πέρασαν το κατώφλι της και όσους βρίσκονται εκεί εκτίοντας την ποινή τους, αφήνοντάς τους με ψυχικά και σωματικά τραύματα τα οποία μπορεί να μην θεραπευτούν ποτέ. Ο εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταρρακώνουν τον ψυχισμό των έγκλειστων θέτοντας σε κίνδυνο την ψυχική και σωματική τους υγεία. Ο Μαγγανάς (2004), αναφέρει κοινωνιολογικές έρευνες που επισημαίνουν τέσσερις βασικές ανάγκες του ατόμου οι οποίες πλήττονται όταν αυτό βρίσκεται σε κατάσταση κράτησης: η αίσθηση «του ανήκειν», η αυτοεκτίμησή του, η ικανότητα ελέγχου της ζωής του και η ανάγκη του να είναι χρήσιμος. Για τις γυναίκες ο εγκλεισμός μοιάζει ακόμη πιο σκληρός καθώς είναι εκτεθειμένες σε έναν αυστηρότερο κοινωνικό έλεγχο, διαποτισμένο από το ανδροκρατούμενο σύστημα το οποίο προκειμένου να επιβληθεί δεν διστάζει να επιδείξει ακρότητες ασκώντας βίαιες συμπεριφορές εις βάρος τους.

Όταν η φυλακή στιγματίζει τον μητρικό ρόλο

Για τις φυλακισμένες μητέρες οι δυσκολίες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες μοιάζουν ανυπέρβλητες. Η μεγαλύτερη δυσκολία μαζί και τιμωρία στην οποία υπόκεινται όμως είναι ο αποχωρισμός από τα παιδιά τους. Η στέρηση αυτή έχει μεγάλο αντίκτυπο στη συναισθηματική τους κατάσταση καθώς τις γεμίζει φόβο, πόνο, θλίψη και απόγνωση. Η αυτοεικόνα τους μοιάζει καταβαραθρωμένη και κηλιδωμένη από αισθήματα ντροπής και αναξιότητας που δεν υπήρξαν καλές μητέρες για τα παιδιά τους ενώ ο κοινωνικός στιγματισμός που βιώνουν, ακόμη και όταν εκτίσουν την ποινή τους, συντηρεί τα αρνητικά αυτά συναισθήματα. Η Boudin (1998), καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια και πρώην φυλακισμένη μητέρα, μέσα από την προσωπική της εμπειρία αναφέρει: «Όταν μία μητέρα μπαίνει στη φυλακή, η σχέση της με τα παιδιά της αποτελεί το συναισθηματικό της επίκεντρο. Διακατέχεται από ενοχή, άγχος και μια αίσθηση αποτυχίας. Την ίδια ώρα όμως, το παιδί της παραμένει για εκείνη πηγή ελπίδας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού της, ένα ισχυρό κίνητρο για να αλλάξει. Αυτή η κρίση είναι εν δυνάμει μία ευκαιρία για να ωριμάσει συναισθηματικά και να αναλάβει τη γονεϊκή φροντίδα του παιδιού της».

Η επιβληθείσα δικαστική ποινή στη γυναίκα που είναι μητέρα, δεν τιμωρεί μόνο την ίδια αλλά μαζί της τιμωρεί τα παιδιά και την οικογένειά της. Οι ερευνήτριες Φρονίμου και Μητροσύλη (2008), επισημαίνουν: «Ασφαλώς ο ιδρυματισμός αποτελεί πραγματική απειλή για τα παιδιά που βρίσκονται μαζί με τις μητέρες τους στη φυλακή, κάνοντάς τα νευρικά και φοβισμένα και στη δική τους περίπτωση επιβάλλεται στην κυριολεξία “διπλή ποινή”…». Σε πρόσφατη έρευνα που παρουσιάζεται στη μελέτη τους αναφέρουν: «επί συνόλου 171 Ελληνίδων κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, το 69,6% έχει παιδιά… Τα παιδιά των 119 γυναικών κρατουμένων είναι 362 συνολικά, οι ηλικίες των οποίων ποικίλλουν. Η πλειοψηφία είναι παιδιά ανήλικα (52,5%)…».

Η ελληνική νομοθεσία ορίζει ότι τα παιδιά μέχρι την ηλικία των τριών χρόνων μπορούν να διαμένουν με τη μητέρα τους σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Όταν τα παιδιά συμπληρώσουν το τρίτο έτος της ηλικίας τους, η Εισαγγελία Ανηλίκων με την Κοινωνική Υπηρεσία του καταστήματος κράτησης καλούνται να βρουν το άτομο εκείνο του οικογενειακού περιβάλλοντος που θα αναλάβει στη συνέχεια την κηδεμονία του παιδιού. Στο έργο αυτό συναντώνται πολλά εμπόδια καθώς το οικογενειακό περιβάλλον συχνά είναι ανύπαρκτο, ακατάλληλο ή άγνωστο στο παιδί. Έτσι σε πολλές περιπτώσεις το παιδί χρειάζεται να φιλοξενηθεί σε παιδουπόλεις, ή ιδρύματα φιλοξενίας παιδιών. Επιπλέον κάποιες μητέρες δεν θέλουν οι ίδιες να ζήσουν τα παιδιά τους έγκλειστα μαζί τους, θεωρώντας το περιβάλλον της φυλακής άκρως επικίνδυνο και αφιλόξενο.

Ως εκ τούτου, καθώς πολλές μητέρες δεν διαθέτουν ένα υποστηρικτικό περιβάλλον το οποίο θα μπορούσε να φροντίσει τα ανήλικα παιδιά τους, κατακλύζονται από μεγάλη αγωνία για την τύχη τους γνωρίζοντας τους κινδύνους που διατρέχουν. Κάποιες μητέρες καταρρέουν ολοκληρωτικά ενώ κάποιες άλλες εκδηλώνουν κατάθλιψη, διαταραχή μετατραυματικού στρες, υψηλά επίπεδα άγχους, φοβίες, νευρώσεις, κ.α. Οι Greene, S., Haney, C., & Hurtado, A. (2000) μίλησαν για τους κύκλους του πόνου που βιώνουν οι φυλακισμένες μητέρες και τα παιδιά τους. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι πολλές γυναίκες κουβαλούν ήδη στο ιστορικό τους τραυματικές εμπειρίες ζωής, όπως σωματικές και σεξουαλικές κακοποιήσεις, οι οποίες συνδέονται με πολλά ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα στο παρόν. «Οι κύκλοι του πόνου στους οποίους έχουν εκτεθεί οι φυλακισμένες μητέρες τείνουν να επαναλαμβάνονται και στη ζωή των παιδιών τους, παρά τη δηλωμένη τους πρόθεση να τους αποφύγουν προστατεύοντας τα παιδιά τους από το τραύμα που οι ίδιες βίωσαν». Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, παρατηρήθηκε μια ανησυχητική επιβεβαίωση της κυκλικής, επαναλαμβανόμενης έκθεσης των παιδιών σε κακοποίηση και τραύμα καθώς τα παιδιά είχαν ήδη εκτεθεί σε τραυματικές και επικίνδυνες καταστάσεις: «στην πλειοψηφία τους τα παιδιά υπήρξαν μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας ενώ σχεδόν τα μισά από αυτά είχαν υποστεί τα ίδια σωματική βία», περιγράφουν αναλυτικά οι ερευνητές.

Το τραύμα του αποχωρισμού

Το τραύμα του αποχωρισμού από τη μητέρα ξεκινάει από τη στιγμή της σύλληψής της. Κάποια παιδιά είναι πιθανό να βιώσουν ως αυτόπτες μάρτυρες το τραυματικό αυτό γεγονός της σύλληψης, ενώ κάποια άλλα μέσω της ξαφνικής της εξαφάνισης αδυνατούν να κατανοήσουν τι συνέβη στη μητέρα τους, όταν γυρνώντας από το σχολείο δεν τη βρίσκουν στο σπίτι. Ο αποχωρισμός μητέρας – παιδιού δημιουργεί μία αίσθηση απώλειας, έντονο άγχος, διαταραχές ύπνου και προβλήματα στη συγκέντρωση (Kampfner, 1995). H θεωρία του συναισθηματικού δεσμού μας βοηθάει να κατανοήσουμε ακόμη καλύτερα τον βαθύ αντίκτυπο που έχει ο αποχωρισμός μητέρας – παιδιού στα πρώτα χρόνια της ζωής του, τόσο στο παρόν όσο και μακροπρόθεσμα στη ζωή και τη συμπεριφορά του, στην ανάπτυξη του συναισθηματικού του κόσμου και στις σχέσεις που αναπτύσσει με τους άλλους. Ο όρος «δεσμός» περιγράφει το συναισθηματικό δέσιμο που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βρέφος και στη μητέρα του ή στο άτομο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του. Ο Bowlby (1980) αναφέρει ότι όταν αναπτύσσεται ένας ασφαλής συναισθηματικός δεσμός με τη μητέρα, το βρέφος διακατέχεται από θετικά συναισθήματα εμπιστοσύνης και ασφάλειας που στην πορεία της ενηλικίωσής του εξελίσσονται σε δημιουργία υγιών σχέσεων, με εμπιστοσύνη και εκτίμηση στον εαυτό του. Στην αντίθετη περίπτωση ο αποχωρισμός από τη μητέρα ή το μεγάλωμά του με έναν φροντιστή ψυχρό και συναισθηματικά μη διαθέσιμο, δημιουργεί σοβαρό ψυχικό τραύμα το οποίο εσωτερικεύεται ως ανασφάλεια, χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυσκολίες στις διαπροσωπικές του σχέσεις.

Χαρακτηριστικά είναι τα πειράματα του Harlow (1958) για τον μητρικό αποχωρισμό, με πιθηκάκια τα οποία χώρισε από τις μητέρες τους αμέσως μετά τη γέννησή τους, τοποθετώντας τα σε κλουβιά. Τα πιθηκάκια είχαν πρόσβαση σε δύο υποκατάστατα μοντέλα μητέρας: μία «συρμάτινη» και μία «υφασμάτινη». Η συρμάτινη τους παρείχε γάλα ενώ η υφασμάτινη όχι. Αυτό που με ιδιαίτερη έκπληξη διαπίστωσε ο Harlow ήταν ότι ενώ τα πιθηκάκια τρέφονταν από τη «συρμάτινη μητέρα», προτιμούσαν να περνούν τον περισσότερο χρόνο τους με την «υφασμάτινη», καθώς με την επαφή μαζί της ένιωθαν ζεστασιά και ασφάλεια.

Άλλοι παράγοντες τους οποίους χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας και οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη ασφαλούς δεσμού μητέρας – παιδιού, εκτός από την κατάσταση αποχωρισμού λόγω του εγκλεισμού της, είναι η περιορισμένη επαφή μαζί της, η έλλειψη σταθερότητας στις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών καθώς και η αποσιώπηση θεμάτων σχετικά με την απουσία της (Murray & Murray , 2010).

Είναι αλήθεια ότι μέσα από μία τέτοια οδυνηρή πραγματικότητα η ζωή και η καθημερινότητα του παιδιού αλλάζει άρδην τις περισσότερες φορές. Ο αντίκτυπος του εγκλεισμού της μητέρας στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού είναι μεγάλος ενώ εξαρτάται από πλήθος παραγόντων όπως η ηλικία στην οποία βρίσκεται το παιδί, η σχέση που είχε με τη μητέρα πριν τη φυλάκισή της, το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, η σχέση που αναπτύσσει με τους νέους φροντιστές του, η χρονική διάρκεια της φυλάκισης και η επικοινωνία μητέρας – παιδιού κατά την περίοδο αυτή, ο στιγματισμός που βιώνει από το σχολείο και τον κοινωνικό περίγυρο κ.ο.κ.

Το τραύμα του αποχωρισμού βιώνεται με διαφορετικό τρόπο στο κάθε αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Πιο συγκεκριμένα μέχρι τα δύο έτη το νήπιο απόλυτα εξαρτημένο από το πρόσωπο που το φροντίζει, συνήθως τη μητέρα, έχει την έμφυτη τάση όπως είδαμε να αναπτύσσει μαζί της έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό. Όταν διακοπεί βίαια αυτή η σχέση ή αντικατασταθεί από πολλαπλούς φροντιστές, διαταράσσεται σοβαρά το ασφαλές περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, με αρνητικές συνέπειες για το παιδί. Κατά την προσχολική ηλικία τα παιδιά αδυνατώντας να συνδέσουν και να κατανοήσουν περίπλοκες έννοιες και καταστάσεις ζωής μοιάζει να τις απλουστεύουν γενικεύοντας αλλά και διαστρεβλώνοντάς τες. Ως εκ τούτου στην περίπτωση της φυλάκισης της μητέρας τους είναι πιθανό να θεωρήσουν τον εαυτό τους υπαίτιο γι’αυτό που της συμβαίνει. Επιπλέον η αδυναμία τους να εκφράσουν τα έντονα συναισθήματα που βιώνουν, καθιστά ακόμη δυσκολότερη την κατάστασή τους η οποία εκδηλώνεται με συμπτώματα όπως φοβίες, εφιάλτες, παλινδρομήσεις σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια, κ.ο.κ. Στη σχολική και εφηβική ηλικία τα έντονα συναισθήματα είναι πιθανό να πυροδοτήσουν αντιδραστικές συμπεριφορές, όπως αντικοινωνικότητα, παραβατικότητα (Graham, Harris, & Carpenter, 2010), χαμηλές σχολικές επιδόσεις ενώ το αίσθημα ντροπής που επιδεινώνεται με πειράγματα από συνομηλίκους μπορεί να τους απομονώσει κοινωνικά.

Καθώς την πιο στρεσογόνα πλευρά της φυλακής για την έγκλειστη μητέρα αποτελεί ο αποχωρισμός από τα παιδιά της, το να συνεχίσει να ασκεί τον μητρικό της ρόλο έστω και περιορισμένα μπορεί να την ανακουφίσει σημαντικά, διευκολύνοντας παράλληλα τη μελλοντική επανένωση της οικογένειας. «Γονείς από απόσταση» ονομάζεται ένα πρόγραμμα στη Ν. Υόρκη, το οποίο ενθαρρύνει τις φυλακισμένες μητέρες να επεξεργάζονται τις προσωπικές τους δυσκολίες ενώ τις βοηθάει να ασκούν τον μητρικό τους ρόλο όσο καλύτερα μπορούν μέσα από τη φυλακή παρέχοντάς τους εκπαίδευση για τις γονεϊκές τους δεξιότητες. Σε άλλες πολιτείες οι μητέρες εκτελούν την ποινή τους προσφέροντας κοινωφελή εργασία στην κοινότητα που διαμένουν, επιστρέφοντας στα παιδιά τους καθημερινά. Προγράμματα ενδυνάμωσης της σχέσης μητέρας – παιδιού περιλαμβάνουν: εβδομαδιαία συμμετοχή και από τις δύο πλευρές σε κατασκηνώσεις (π.χ. Αϊντάχο των Η.Π.Α), διανυκτερεύσεις του παιδιού με τη μητέρα του (σε πολλές πολιτείες των Η.Π.Α.), ειδικά διαμορφωμένους χώρους, τις γνωστές «μονάδες οικογενειακής ζωής», όπου οι επισκέψεις της οικογένειας πραγματοποιούνται χωρίς την επιτήρηση των φυλάκων, ενώ στον Καναδά (British Columbia) η στενή συνεργασία των φυλακών με εκπαιδευτικούς οργανισμούς και υγειονομικούς φορείς οι οποίοι προσφέρουν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους, αποτελούν κάποιες από τις ανθρώπινες προσεγγίσεις του εγκλεισμού των φυλακισμένων μητέρων.

Στην Ελλάδα υπάρχουν θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται μέσα στα σωφρονιστικά καταστήματα όπως το 18 ΑΝΩ, το “ΚΕΘΕΑ Εν δράσει’’ στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού και Ελαιώνα Θηβών, παρέχοντας υπηρεσίες συμβουλευτικής, εκπαίδευσης, κατάρτισης και κοινωνικής επανένταξης σε κρατούμενες χρήστριες ουσιών και τις οικογένειές τους. Λειτουργούν επίσης σχολεία δεύτερης ευκαιρίας τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στις κρατούμενες να αποκτήσουν το απολυτήριο Γυμνασίου. Η φοίτηση αυτή βοηθάει στη μείωση του χρόνου κράτησης καθώς μία ημέρα στο σχολείο ισοδυναμεί με δύο ημέρες ποινής.

Παρά όμως τις προσπάθειες που έχουν γίνει, τα περιθώρια βελτίωσης είναι μεγάλα αφού ούτε οι υπάρχουσες δομές ούτε το επιστημονικό προσωπικό αρκούν για να καλύψουν σε βάθος τις ανάγκες των μητέρων, ενώ κάποια από τα προγράμματα είτε υπολειτουργούν είτε διακόπτονται λόγω οικονομικών δυσχερειών. Σε αυτή την περίοδο ανασκοπήσεων και αναθεωρήσεων του νομοθετικού συστήματος της χώρας μας, είναι ευκαιρία να βρεθούν τρόποι διασφάλισης και εφαρμογής τόσο του κώδικα μεταχείρισης κρατουμένων όσο και των συστάσεων που εξέδωσε το συμβούλιο της Ευρώπης για τον οικογενειακό και κοινωνικό προγραμματισμό και αφορά ανάμεσα σε άλλα και τη σωστή τήρηση των συνθηκών διαβίωσης των έγκλειστων μητέρων. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο αλλαγών είναι απαραίτητο να ληφθεί μέριμνα και για τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους (π.χ. προγράμματα επιμόρφωσης), οι οποίοι μέσα από την εργασία τους συνεισφέρουν στην υλοποίηση και τη διαχείριση των προγραμμάτων αυτών ενώ βρίσκονται σε άμεση επαφή με τα προβλήματα και τις δυσκολίες των έγκλειστων μητέρων.

Σε όλες τις περιπτώσεις χρειάζεται να συμβαδίζουν οι αποφάσεις, οι νόμοι και τα προγράμματα με τις πραγματικές ανάγκες των μητέρων δίνοντας προοπτική στην κοινωνική και επαγγελματική τους αποκατάσταση, με απώτερο στόχο τον «επαναπατρισμό» των μητέρων στις οικογένειές τους.

Η ευαισθητοποίηση όλων μας είναι το κλειδί. Η ελληνική πολιτεία και οι νομοθέτες καλούνται να αναθεωρήσουν σωφρονιστικούς θεσμούς που όχι μόνο δεν λύνουν αλλά δημιουργούν προβλήματα, λαμβάνοντας υπόψη ότι όταν μία μητέρα καταδικάζεται, μαζί της καταδικάζονται και τα παιδιά της. Εναλλακτικοί τρόποι επιβολής ποινών στις μητέρες ανάλογα με το αδίκημα που έχουν διαπράξει, όπως κατ’ οίκον περιορισμός, τμηματική έκτιση της ποινής, ημιελεύθερη διαβίωση, ηλεκτρονική επιτήρηση, κοινωφελής εργασία, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά εκπληρώνοντας διττό ρόλο: την έκτιση της ποινής με την ταυτόχρονη μέριμνα και φροντίδα για τη διατήρηση του μητρικού ρόλου, ενός ρόλου τόσο πολύτιμου και απαραίτητου για την ισορροπία και ασφάλεια του κοινωνικού ιστού.

Κέντρα επανένταξης για αποφυλακισμένες μητέρες
  • Σύλλογος Συμπαραστάσεως Κρατουμένων «ο Ονήσιμος» Ασκληπιού 60Α & Σεργίου Πατριάρχου 8, Αθήνα T.K. 11471 τηλ.: 210-3622017, 3645305, fax: 210-3630865
  • Επάνοδος http://www.epanodos.org.gr/web/guest/epikoinonia Τηλ. 2108815032 / 210 8251109
  • Δίκτυο Στήριξης Φυλακισμένων & Αποφυλακισμένων Γυναικών e-mail: eleonasnet@yahoo.gr http://eleonasnet.wordpress.com/
  • ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ | Κέντρο Κοινωνικής Επανένταξης Μαγνησίας 25, 112 51 Αθήνα τηλ./φαξ 210 8847752 18 ΑΝΩ Πρόγραμμα Φυλακών Συμβουλευτικός Σταθμός Ασκληπιού 19, Τηλ. 210-3611803 210-3614242
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Boudin, K .(1998) . Lessons from a Mother’s Program in Prison : A Psychosocial Approach Supports Women and their Children .Women &Therapy, 21 (1) :103 – 125 .
  • Bowlby, J. (1980). Attachment and loss: Vol 3. Loss, Sadness and Depression. New York: Basic Books.
  • Graham, J. A., Harris, Y. R., & Carpenter, G. (2010). The changing landscape in the American prison population: Implications for children of incarcerated parents. In J. A. Graham, Y. R. Harris, & G. J. Oliver Carpenter (Eds.), Children of incarcerated parents: Theoretical, developmental, and clinical issues (pp. 3–19). New York: Springer Publishing Company.
  • Greene, S., Haney, C., &Hurtado, A. (2000). Cycles of Pain: Risk Factors in the Lives of Incarcerated Mothers and Their Children. The Prison Journal, 80,3-23.
  • Kampfner, D. (1995). Posttraumatic stress reactions in children of imprisoned mothers. In K.Gabel & D. Johnston (Eds.), (pp. 89–100). New York: Lexington Books.
  • Murray, J., &Murray, L. (2010). Parental incarceration, attachment and child psychopathology. Attachment and Human Development, 12(4), 289-309.
  • Μαγγανάς, Α. Δ. (2004). Το εγκληματικό φαινόμενο στην πράξη. Νομική Βιβλιοθήκη
  • Μητροσύλη, Μ., Φρονίμου, Ε. (2008) “Οικογενειακή, Κοινωνική και Επαγγελματική Επανένταξη Ειδικών Ομάδων Πληθυσμού. Η περίπτωση των Γυναικών Kρατουμένων”, Μελέτες-Έρευνες/6, Αθήνα: ΕΚΚΕ.

———————————————————————————————————————–

Περιοδικό ΄΄ Κοινωνική Επιθεώρηση΄΄ Τεύχος 12 – Σεπτέμβριος 2015