Εχθές το βράδυ, είχα την τύχη να παρακολουθήσω την Ηλέκτρα του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου. Μια παράσταση που μέσα από την εξιστόρηση της εκδικητικής μητροκτονίας ήθελε, θα μπορούσαμε να πούμε, να αναδείξει το βαθύτερο κοινωνικό χάσμα στους ρόλους των δύο φύλων, μια διαχωριστικού τύπου εξισορρόπηση, χαμένη μέσα σε μια άβυσσο διαγενεακών παρεξηγήσεων.

Μια άβυσσο που απειλεί αδιάκοπα, μέχρι τις μέρες μας, τις ερωτικές – συντροφικές σχέσεις, την ίδια τη δομή και τη σταθερότητα, όπως υποδηλώθηκε από το ετοιμόρροπο σπίτι του σκηνικού, της οικογένειας. Σχέσεις, άλλωστε, που κουβαλώντας τα φαντάσματα του παρελθόντος, τα οποία χέρι με χέρι κρατιούνται με τις σύγχρονες προκλήσεις που δεν είναι άσχετες με αυτά, γίνονται επιφανειακές και βραχύβιες, οδηγούμενες, συχνά, στη διάλυση ή και στον αφανισμό.

Ένα τέτοιο φάντασμα αποτελεί και ο Αγαμέμνονας, ο πατέρας – άνδρας, ο χορηγός, ο πατριάρχης, που για να υπηρετήσει την κοινωνική δομή και τις επιταγές του ρόλου του, απουσίασε από τον οίκο του, προξενώντας φυσικό και συναισθηματικό κενό, ενώ παράλληλα δεν δίστασε, μαζί με τον συναισθηματικό του εαυτό, να θυσιάσει το ίδιο του το παιδί, την Ιφιγένεια, στον βωμό της διατήρησής τους.

Η Κλυταιμνήστρα, από την άλλη, θα λέγαμε πως ενσαρκώνει τη γυναικεία ανυπακοή στον πατριαρχικό κανόνα, που τόσα της στέρησε σε επίπεδο ελευθεριών, συναισθημάτων και σχέσεων. Σκοτώνοντας, κατ’ επέκταση, τον Άνδρα – Πατέρα – Πατριάρχη και Σύζυγο διεκδικεί για τον εαυτό της την ενδυνάμωση, αλλά και την εξουσία, με όχημα τον Αίγισθο, όμως μέσα από τη βία και την αντιπαλότητα καταδικάζει τον ίδιο της τον εαυτό, αλλά και τον ρόλο σε ένα άδοξο τέλος.

Τα παιδιά του ζευγαριού, παιδιά του διαχρονικού χάσματος, αν εξαιρέσουμε, τουλάχιστον κατ’ αρχάς, τη Χρυσόθεμη, που είχε αντιρρήσεις, στέκονται ομόθυμα στο πλευρό του αδικοχαμένου – απόντα πατέρα. Ας μη ξεχνάμε πως ο πατέρας είναι αναγκαίος για τον παιδικό ψυχισμό σαν παρουσία, αφού συνομιλεί, ακόμα και στην πατριαρχική εκδοχή του, με τα αισθήματα της ασφάλειας και της σταθερότητας. Τον αναζητούν συνεπώς και επιχειρούν να τον ενσωματώσουν, σε επίπεδο αρχετυπικής ύπαρξης, όπως μαρτυρεί και το «πανοφώρι», σύμβολο του πατρικού φαντάσματος, το οποίο φορά απάνω της η Ηλέκτρα.

Ηλέκτρα, που, αν κάνουμε μνεία στο γιουνγκιανό της σύνδρομο, μέσα στην εσωτερική της αναζήτηση, έχει εξιδανικεύσει τον πατέρα, έχει δεθεί συναισθηματικά με την ύπαρξή του και σκοτώνοντας τη μάνα, που της τον στέρησε, θέλει να επαναφέρει Εκείνον, αποκαθιστώντας τον Νόμο και την Τάξη.

Στον ίδιο δρόμο, ο ρόλος του Παιδαγωγού, υποβάλλοντας την έννοια της ανδρικής κοινωνικής μάθησης, γίνεται ο φορέας της Μνήμης, που υπενθυμίζει στον Ορέστη το χρέος προς τον Πατέρα του και την Κοινωνική δομή. Ένα χρέος που πρόκειται να βαρύνει του ώμους του, λόγω της ανισορροπίας που θα προκαλέσει, αφήνοντάς τον έρμαιο στο κυνήγι των Ερινύων και ωθώντας τον στη φυγή.

Το έργο αυτό, εν τέλει, γίνεται η αφορμή για να προβληθεί η πατριαρχική κατάρα των Ατρειδών, των φόνων και των οικογενειακών απωλειών δηλαδή, με φόντο τη δύναμη και την εξουσία. Μια κατάρα που θα λέγαμε, όμως, πως συνηχεί ξεκάθαρα με το σήμερα, με τα ερωτηματικά, τις προκλήσεις και τα αδιέξοδά του, απαιτώντας την κάθαρση και τη λύτρωση που μονάχα η συμφιλίωση των πόλων της ατομικής ψυχής, αλλά και των δύο φύλων μπορεί, ατομικά και κοινωνικά, να επιφέρει, οικοδομώντας ένα νέο και ουσιαστικότερο «Μαζί».


Ελισάβετ Μπαρμπαλιού,
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια,
Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP),
Θεραπεύτρια Guided Imagery and Music (GIM),
Επιστημονική Υπεύθυνη του
Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.)