της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού

Είναι πλέον κοινή διαπίστωση ότι διανύουμε μια εποχή βαθιών ανακατατάξεων όπου όλα αλλάζουν με ραγδαίους ρυθμούς. Επιπλέον, κατακλυζόμαστε από μια πληθώρα αντιφατικών πληροφοριών οι οποίες, αν δεν γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας και κατανόησης, δημιουργούν μεγάλη σύγχυση, τόσο σε ενδοπροσωπικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Οι ανατρεπτικές αλλαγές στους ρόλους των δύο φύλων, οι αναδυόμενες μορφές οικογένειας (μονογονεϊκές, διαπολιτισμικές, δεύτερου/τρίτου γάμου), τα καινούργια πρότυπα και οι μεταβαλλόμενες αξίες, η τεχνολογική και επιστημονική πρόοδος μας φέρνουν διαρκώς αντιμέτωπους με μια καινούργια πραγματικότητα στην οποία χρειάζεται να προσαρμοζόμαστε συνεχώς. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα αβεβαιότητας και ρευστότητας, πολλές φορές χάνεται η γνώση του ποιοι είμαστε ως άτομα και οικογένειες, πού πάμε και με ποιο σκοπό, ενώ οι λογικές και θεωρητικές αναλύσεις αδυνατούν να εξηγήσουν σε βάθος αυτά που πραγματικά βιώνουμε και αισθανόμαστε.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρατηρούμε ότι, ενώ συντελούνται τόσο σημαντικές κοινωνικές αλλαγές σε θεσμούς και δομές, η οικογένεια παλεύει μόνη της, απροετοίμαστη και αποδυναμωμένη να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να καλύψει τις ανάγκες των μελών της όσο το δυνατόν καλύτερα. Την ίδια ώρα διαπιστώνουμε τη βαρύτητα που δίνει η κοινωνία στις υποχρεώσεις της οικογένειας, έχοντας υψηλές προσδοκίες από τον γονεϊκό ρόλο, χωρίς όμως  να παρέχει σημαντικό υποστηρικτικό δίκτυο στο τόσο δύσκολο έργο της.

Τα παιδιά γίνονται, αυτή τη δύσκολη εποχή, οι αποδέκτες της μεγάλης σύγχυσης που βιώνουμε αλλά και της κρίσης που διανύουμε, οι οποίες αποτελούν μεγάλες πηγές άγχους και ανασφάλειας. Αγωνιούν, περισσότερο από ποτέ, να τα καταφέρουν στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στις εξωσχολικές δραστηριότητες  αλλά και στις απαιτήσεις των οικογενειακών και φιλικών τους σχέσεων. Δεν είναι λίγες οι φορές που νιώθουν πιεσμένα, ενίοτε παγιδευμένα,  ακολουθώντας ένα ασφυκτικό καθημερινό πρόγραμμα από το οποίο δεν αντλούν ευχαρίστηση. Τα βλέπουμε στερημένα από τις χαρές της ηλικίας τους, αδυνατώντας να βιώσουν μια ισορροπημένη και φυσιολογική ζωή με μεγάλο κόστος για την ψυχοσυναισθηματική τους υγεία.

Ο Ψυχαναλυτής Recalcati (2016) μιλάει για την πτωτική τάση της επιθυμίας των σύγχρονων νέων, την έλλειψη ικανοποίησης, το σβήσιμο της ζωτικότητάς τους. Κάνει λόγο για τη ζωή τους, που μοιάζει τόσο γερασμένη, για την απεριόριστη ελευθερία τους, που μοιάζει με φυλακή, στοιχεία που συνδέονται, σύμφωνα με τη γνώμη του, με την κατάθλιψη. Δεν είναι αλήθεια, υποστηρίζει, ότι οι νέοι δεν έχουν πάθη, ορμές, σχέδια, απλά έχει αλλάξει η έκφραση της δυσφορίας τους. Χωρίς φροντίδα και καθοδήγηση βρίσκονται έρμαια μιας πολύπλοκης πραγματικότητας ενώ υποχρεώνονται να ανακαλύπτουν μόνοι τους ΄΄το καλό και το κακό΄΄. Μέσα σε όλα αυτά, η ηλικία της ενήβωσης εμφανίζεται πρώιμα. Παιδιά εννιά και δέκα χρόνων συμπεριφέρονται σαν κανονικοί έφηβοι, ενώ αντίθετα η περίοδος της εφηβείας έχει επεκταθεί πέραν της ενήβωσης και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Πρόκειται για μια εξελικτική αναντιστοιχία, η οποία υποδεικνύει μια βαθιά αντίφαση: το προβάδισμα της νοητικής ηλικίας έναντι της βιολογικής.

Βιώνοντας τόσο μεγάλες ανακολουθίες και αντιξοότητες βρισκόμαστε, πολλές φορές, μπροστά σε αδιέξοδα. Ως ειδικοί, παρατηρούμε μια αυξητική τάση στην εμφάνιση συμπτωματικών συμπεριφορών στους μαθητές, οι οποίες δυσχεραίνουν τόσο την προσαρμογή τους στο σχολικό περιβάλλον όσο και στο οικογενειακό. Τα προβλήματα συμπεριφοράς, συναισθήματος και μάθησης που εμφανίζονται είτε με μαθησιακές δυσκολίες (π.χ. υπερκινητικότητα, σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής κ.ο.κ) είτε με προβληματικές συμπεριφορές (π.χ. επιθετικότητα, κοινωνική απομόνωση, χρήση ουσιών, εθισμό στο διαδίκτυο, καταθλιπτική διάθεση) μοιάζουν να απορρέουν, ανάμεσα σε άλλα, και από την αδυναμία της οικογένειας, του σχολείου και των κοινωνικών θεσμών να νοηματοδοτήσουν τις ασυμφωνίες αυτές.

Τι σημαίνει όμως μια δυσλειτουργική συμπεριφορά για τον ίδιο τον μαθητή, το σχολείο και την οικογένειά του; Μέχρι ποιο σημείο η σχολική αποτυχία είναι ατομική υπόθεση; Με ποιές άλλες παραμέτρους συνδέεται και τι υποδηλώνει;

Η «δύσκολη και συμπτωματική συμπεριφορά» μοιάζει να αποτελεί, πολλές φορές, τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας που διαθέτει ένας μαθητής προκειμένου να εκφράζει τα δικά του προσωπικά αδιέξοδα, τα προβλήματα της οικογένειάς του ή του σχολείου του. Πρόκειται, ουσιαστικά, για την αδυναμία του να μιλήσει με συνειδητότητα  για τις ανησυχίες του, εκφράζοντας με ανοιχτότητα τα συναισθήματά του, κάτι το οποίο τον οδηγεί να εκφορτίζει με αρνητικό τρόπο την ενδοπροσωπική του δυσφορία μέσα από άλλες συμπεριφορές.

Το έργο της οικογενειακής θεραπείας

 

Ως οικογενειακοί θεραπευτές αντιλαμβανόμαστε το σύμπτωμα ως την κορυφή του παγόβουνου και  για τον λόγο αυτόν μετατοπίζουμε την εστίαση της προσοχής μας από  τη δυσλειτουργία του συμπτώματος στα ευρύτερα συστήματα, στα οποία ανήκει το άτομο και αυτά διερευνούμε. Το σύμπτωμα που φέρει ο μαθητής, συνήθως λειτουργεί ως ένα σήμα κινδύνου που δηλώνει ότι απειλείται η ασφάλεια και η ισορροπία των συστημάτων στα οποία ανήκει. Με αυτή τη λογική προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε το νόημα, που αυτό έχει, συνδέοντάς το με πολυεπίπεδο και σφαιρικό τρόπο. Εξετάζουμε, για παράδειγμα, το ευρύτερο σχολικό περιβάλλον του μαθητή, την ομάδα των συμμαθητών του, τη σχέση με τους δασκάλους του καθώς και τη σχέση με τους γονείς του, ανιχνεύοντας τις αλληλεπιδράσεις και αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των διαφόρων αυτών συστημάτων των οποίων αποτελεί μέρος.

Η οικογενειακή θεραπεία εστιάζει στις σχέσεις που αναπτύσσονται και επαναλαμβάνονται σε ένα σύστημα (π.χ. οικογενειακό, επαγγελματικό, σχολικό κ.ο.κ), ενώ  ταυτόχρονα εντοπίζει τις δυσλειτουργίες που εμφανίζονται με στόχο την αλλαγή τους. Αναφορικά με την οικογένεια, διερευνούνται και προσεγγίζονται σημαντικά γεγονότα ζωής, οι πρώιμες εμπειρίες των μελών, οι ρόλοι και οι μεταξύ τους σχέσεις κ.ο.κ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κάθε συμπεριφορά εξετάζεται όχι μεμονωμένα αλλά μέσα στο σύστημα στο οποίο ανήκει. Όταν για παράδειγμα, ένα παιδί εμφανίσει μια συμπεριφορά που προβληματίζει, όπως δυσκολία στη συγκέντρωσή του στο σχολικό και στο οικογενειακό περιβάλλον, ο φακός της οικογενειακής θεραπείας θα εστιάσει σε ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα και όχι μόνο στη δυσλειτουργική συμπεριφορά. Θα εξετάσει την ιστορία της οικογένειας, το συναισθηματικό κλίμα που επικρατεί ανάμεσα στα μέλη της, τους τρόπους αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας μεταξύ τους, τους ρόλους, τα πιστεύω, τις προσδοκίες τους κ.ο.κ. Η προβληματική συμπεριφορά νοείται, με άλλα λόγια, ως το σύμπτωμα ολόκληρης της οικογένειας και όχι μόνο εκείνου που το εκδηλώνει.

Παρατηρούμε συχνά, μέσα από την εμπειρία μας, ότι οι προσδοκίες των γονιών, οι οποίες προέρχονται από τις δικές τους ανάγκες, αξίες και πεποιθήσεις, προβάλλονται με τρόπο ασυνείδητο στις απαιτήσεις που έχουν από τα παιδιά τους. Έτσι, μπορεί ένας γονέας, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να προσδοκά από το παιδί του να καταφέρει όσα εκείνος δεν κατάφερε ή να υπερμπλέκεται στη ζωή και στις επιδόσεις του, όντας ο ίδιος συναισθηματικά ανικανοποίητος αλλά και μόνος. Άλλες φορές πάλι, βλέπουμε το παιδί να εγκλωβίζεται ανάμεσα στις συγκρούσεις των γονιών του. Στις περιπτώσεις αυτές, ο κάθε γονιός μοιάζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, να το καλεί να πάρει το μέρος του ώστε να αισθανθεί δικαιωμένος ή δυνατότερος.

Καθώς όμως οι ευαίσθητες κεραίες των παιδιών αντιλαμβάνονται τη συναισθηματική ένταση, γίνεται φανερό πως τέτοια άρρητα μηνύματα και υπόγειες ή φανερές συγκρούσεις στο οικογενειακό περιβάλλον έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξή τους και εκφράζονται μέσα από διάφορα συμπτώματα και δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

 

Πώς ενισχύουμε τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών

 

Αναρίθμητες  επιστημονικές έρευνες και μελέτες επιβεβαιώνουν διαρκώς τη μεγάλη σημασία που έχει η κατανόηση και η διαχείριση των συναισθημάτων  στη ζωή μας. Μέχρι πρόσφατα, ο δυτικός πολιτισμός έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη της λογικής σκέψης, κομμάτι του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου μας, σε βάρος του δεξιού, των συναισθημάτων μας, δηλαδή της διαίσθησης και της δημιουργικότητάς μας. Ως εκ τούτου, μάθαμε να λειτουργούμε περισσότερο με βάση την εκλογίκευση των καταστάσεων της ζωής μας, χρησιμοποιώντας υπολογιστικούς τρόπους και προσεγγίσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος  λειτουργεί και το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρας μας, το οποίο είναι έτσι δομημένο ώστε να μην συμπεριλαμβάνει στο πρόγραμμά του τους κοινωνικούς και συναισθηματικούς  παράγοντες για τη μάθηση, τη μνήμη και την προσοχή των μαθητών ενώ περιορίζεται, κατά πλειοψηφία, στη στείρα μετάδοση της γνώσης. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις των εκπαιδευτικών, οι οποίοι, με προσωπικό ζήλο και ευαισθησία εμπλουτίζουν τη μονοδιάστατη αυτή γνώση. Η μη σφαιρική κάλυψη όμως των ιδιαιτεροτήτων, των ενδιαφερόντων και των αναγκών των μαθητών οδηγεί σε απογοητευμένα και ματαιωμένα παιδιά, τα οποία χάνουν το ενδιαφέρον τους για τη μάθηση και τη ζωή.

Όταν κάνουμε λόγο για την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών εννοούμε την καλλιέργεια και βελτίωση όλων των ικανοτήτων τους, οι οποίες θα τα βοηθήσουν να διαχειρίζονται δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις  αλλά και στην καθημερινότητά τους, γενικότερα, με αποτελεσματικό τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για δεξιότητες, όπως η ικανότητα να επιβάλλονται στις παρορμήσεις τους, να εκφράζουν τα συναισθήματά τους αλλά και να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων, να εμπιστεύονται και να εκτιμούν τον εαυτό τους, να επικοινωνούν και να συνεργάζονται σωστά, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αλλά και την προσωπική τους ευθύνη, να έχουν αυτοεπίγνωση, να ζητούν βοήθεια, όταν την χρειάζονται κ.ο.κ. Εξασκώντας τις συναισθηματικές τους δεξιότητες, οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να τις εφαρμόσουν σε όλους τους τομείς της ζωής τους αλλά και μελλοντικά, όπως για παράδειγμα, στη δημιουργία υγιών συντροφικών σχέσεων, στον γονεϊκό τους ρόλο, στην εργασία τους και αλλού.

Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων, που έχουν επιτύχει στη ζωή τους, παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης έναντι της λογικής. Στο σχολικό περιβάλλον αυτό μπορεί να καθρεφτιστεί με ένα απλό παράδειγμα: όταν ένας μαθητής, παρόλο που είναι έξυπνος, διαθέτει χαμηλή αυτοεκτίμηση όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την εξέταση του δασκάλου του, ο φόβος που τον διακατέχει, θα υπονομεύσει τις επιδόσεις του και είναι πολύ πιθανό να αποτύχει. Επομένως, η ανάπτυξη και η καλλιέργεια των συναισθηματικών δεξιοτήτων συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό, ανάμεσα σε άλλα, και στην επιθυμητή σχολική επιτυχία.

Οι γονείς παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της συναισθηματικής ικανότητας των παιδιών τους και κατ΄ επέκταση της σχολικής επιτυχίας. Όλοι γνωρίζουμε ότι η οικογένεια είναι ο τόπος των πρώτων εμπειριών, εντυπώσεων και συναισθημάτων που αποκτάμε στη ζωή μας. Μέσα από τη συνδιαλλαγή με τους γονείς το παιδί μαθαίνει τον εαυτό του και τους άλλους, τα όρια, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Οι βιωμένες εμπειρίες αυτής της συνύπαρξης, καθώς έχουν συναισθηματικό υπόβαθρο, γίνονται καταγραφές στο ασυνείδητο και καθοδηγούν σε μεγάλο βαθμό τη λήψη αποφάσεων και επιλογών στη ζωή του, ενώ, σε αυτά τα πρώτα στάδια, διαμορφώνονται τα στοιχεία της συναισθηματικής νοημοσύνης. Σύμφωνα με τον Goleman (1998), όσα παιδιά έχουν πάρει μια γερή δόση αποδοχής και ενθάρρυνσης από τους γονείς τους τα καταφέρνουν επιτυχώς στο σχολείο. Γονείς με ενσυναισθητική ακρόαση, όπου μπορούν και ακούνε επί της ουσίας ό,τι απασχολεί τα παιδιά τους, επιτρέποντάς τους ακόμη και την έκφραση των πιο αρνητικών και οδυνηρών συναισθημάτων τους, μεγαλώνουν ψυχικά ανθεκτικά παιδιά.

Μέσα από τις πράξεις και το παράδειγμά τους οι γονείς μπορούν να διδάξουν στα παιδιά τους ουσιώδεις γνώσεις, όπως τον τρόπο να μαθαίνουν ευχάριστα. Εμπνέοντάς τους το ενδιαφέρον και την περιέργεια να γνωρίζουν διαρκώς καινούργια πράγματα, ασκώντας τα στην υπομονή και στα όρια, στρέφοντάς τα στους δασκάλους τους για βοήθεια κάθε φορά που δυσκολεύονται, ενθαρρύνοντάς τα να εκφράζουν τα θέλω και τις ανάγκες τους όταν συναναστρέφονται με τους ομότιμούς τους, πετυχαίνουν την ευχαρίστηση στη μάθηση.

Ενώ μέχρι πρόσφατα οι επιδόσεις και η συμπεριφορά των μαθητών συνδεόταν αποκλειστικά με την επίδραση της μητρικής παρουσίας, ενδιαφέρον πλέον παρουσιάζουν σύγχρονες έρευνες για τη σημαντικότητα του πατρικού ρόλου στις ακαδημαϊκές επιδόσεις των νέων, στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, στη δημιουργία καλών κοινωνικών σχέσεων και στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησής τους προς τους άλλους. Σύμφωνα με αυτές, ένας πατέρας μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά του με εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν της μητέρας. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι η θαλπωρή του πατέρα μεγαλώνει συμπονετικούς ενήλικες, οι οποίοι, στην πορεία της ζωής τους, δημιουργούν υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις.

Στις περιπτώσεις, όμως, που ο πατέρας απουσιάζει από τη ζωή των παιδιών του ο αντίκτυπος είναι μεγάλος. Τα αγόρια, λόγω ανάγκης ταύτισης με το ίδιο φύλο, δυσκολεύονται να βρουν την ισορροπία ανάμεσα στην ανδρική διεκδικητικότητα και στην αυτοσυγκράτηση, βασικές δεξιότητες για την αναζήτηση φίλων, την επιδίωξη της σχολικής επιτυχίας και την επίτευξη μελλοντικών εκπαιδευτικών και επαγγελματικών στόχων. Αναφορικά δε με τα κορίτσια, η έλλειψη συμμετοχής του πατέρα στη ζωή τους αυξάνει τις πιθανότητες για πρόωρη σεξουαλική δραστηριότητα ενώ μειώνει το ενδεχόμενο να αναπτύξουν καλές σχέσεις με τους άνδρες όταν ενηλικιωθούν.

Στον αντίποδα, γονείς ανυπόμονοι με τα λάθη των παιδιών τους, προσβλητικοί, επικριτικοί, πιεστικοί ή εντελώς αδιάφοροι βομβαρδίζουν τα παιδιά τους με άγχος, απογοήτευση, στεναχώρια, αυτολύπηση και αισθήματα ανημπόριας.  Φυσικό επακόλουθο αυτού είναι αγχώδεις, θυμωμένοι ή θλιμμένοι μαθητές, οι οποίοι αδυνατούν να προσλάβουν και να επεξεργαστούν τις πληροφορίες που τους δίνουν οι δάσκαλοί τους, καθώς τα αρνητικά συναισθήματα που τους κατακλύζουν, υπερνικούν τη συγκέντρωση της προσοχής τους (Gottman, 2011).

Για να μπορέσουν όμως οι γονείς να διδάξουν τη συναισθηματική νοημοσύνη στα παιδιά τους και να εναρμονιστούν μαζί τους με θετικό τρόπο θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίζουν και να είναι σε θέση να διαχειρίζονται τόσο τα δικά τους συναισθήματα όσο και τα συναισθήματα των άλλων. Η Satir (1988) μιλάει για τη θεμελίωση της ατομικής αυτοεκτίμησης των γονέων ώστε να επιτυγχάνουν υγιείς οικογενειακές σχέσεις: «Μέσα στην οικογένεια οι ενήλικοι συνεργάζονται, είναι ανοιχτόκαρδοι μεταξύ τους, εκδηλώνουν την παρουσία τους ως άτομα και δείχνουν τον σεβασμό τους και την εκτίμησή τους… Μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλον ως μοναδικό, συναισθάνονται την ομοιότητά τους και βασίζονται σ΄ αυτήν, ενώ ωριμάζουν και διδάσκονται από τις διαφορές τους. Γίνονται πρότυπα της συμπεριφοράς και των αξιών που θέλουν να διδάξουν στα παιδιά τους» (σελ. 431).

Στο ίδιο μήκος κύματος χρειάζεται να πορευτεί και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας ενσωματώνοντας την κοινωνική και συναισθηματική μάθηση στο σχολικό πρόγραμμα. Στοχεύοντας στην κατεύθυνση αυτή, το σχολείο είναι σημαντικό να δώσει προτεραιότητα στην εξάσκηση της συναισθηματικής νοημοσύνης των μαθητών, διασφαλίζοντας σε μεγάλο βαθμό την ακαδημαϊκή τους επιτυχία και μια θετικότερη κοινωνική συμπεριφορά, αφού με τον τρόπο αυτόν ενθαρρύνει και εμπνέει την αγάπη προς τη γνώση, τον εαυτό, τους άλλους και τη ζωή.

Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η καλή συνεργασία μεταξύ των γονιών και των δασκάλων. Η ανταλλαγή πληροφοριών και από τις δύο πλευρές και η διαρκής επαφή και επικοινωνία μεταξύ τους μέσα σε ένα κλίμα κατανόησης και σύμπνοιας, είναι μερικοί σημαντικοί τρόποι που συμβάλλουν στην προαγωγή της μάθησης των παιδιών. Χωρίς αυτή τη συνεργασία μπορούν να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις, απογοητεύσεις, θυμοί και εχθρότητες, καταστάσεις που υψώνονται ως φράγματα και εμποδίζουν την εύρεση λύσεων και που, αν μείνουν ανεπεξέργαστες, επιδρούν άμεσα προς όλες τις κατευθύνσεις.

 

Επίλογος

 

Ζώντας σε αυτήν την τόσο πολύπλοκη, αβέβαιη και αντιφατική εποχή, όπου επικρατούν μια διάχυτη δυστυχία, με έντονα τα στοιχεία της αμφιβολίας, της απογοήτευσης, της μοναξιάς και της έλλειψης ελπίδας για το μέλλον απαιτείται, περισσότερο από ποτέ, η επίγνωση του εαυτού μας, των δυνατοτήτων μας, μα πάνω απ’ όλα των συναισθημάτων μας. Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς απαιτούνται ψυχικά ανθεκτικές οικογένειες, όπου καλλιεργούν την πίστη και την αισιοδοξία στα παιδιά τους, ενδυναμώνοντάς τα να ανταπεξέρχονται στις αντιξοότητες της καθημερινότητας.

Η τέχνη του καλού γονέα και του καλού δασκάλου μοιάζει τελικά να ξεκινάει από τη μετάδοση της συναισθηματικής γνώσης στα παιδιά, καθώς λειτουργεί σαν μια ασπίδα προστασίας στις οδυνηρές εμπειρίες της ζωής αλλά και σαν μια ευκαιρία για να ζήσουν μια ευτυχισμένη και επιτυχημένη ζωή, που είναι το ζητούμενο.

 

 

Βιβλιογραφία

Goleman, D. (1998). Η συναισθηματική νοημοσύνη. «Γιατί το EQ είναι πιο σημαντικό από το IQ»; Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Gottman, J. (2011). Η συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών. Αθήνα: Πεδίο

Recalcati, Μ. (2016). Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Αθήνα: Κέλευθος

Satir, V. (1988). Πλάθοντας ανθρώπους. Αθήνα: Κέδρος

 

———————————————————————————————————————————————————–Περιοδικό ΄΄Κοινωνική Επιθεώρηση ΄΄ Τεύχος  22, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2017